Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου;
τί φαντάζῃ ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς;
τί ἀσχολεῖς πρὸς τὰ ῥέοντα;
ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπ΄ ἄρτι, καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα·
ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα· Ἡμάρτηκά σοι Σωτήρ μου,
μὴ ἐκκόψῃς με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκῆν,
ἀλλ’ ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβῳ κραυγάζουσαν·
Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.
(Οίκος όρθρου Μεγάλης Τρίτης)
Διατί, αθλία μου ψυχή, αδιαφορείς (δια την σωτηρίαν σου); Διατί, ενώ δεν πρέπει, απασχολείς τον νουν σου με ανόητους και ματαίας φροντίδας; Διατί καταγίνεσαι με πράγματα ρευστά και παροδικά; Εντός ολίγου φθάνει η τελευταία μας ώρα και πρόκειται να χωρισθώμεν από τα γήϊνα. Όσον ακόμη έχεις εις την διάθεσίν σου καιρόν, σύνελθε από την μέθην (της αμαρτίας) και κραύγασε (εν μετανοία): Έχω αμαρτήσει εις Σε, Σωτήρ μου· μη με εξολοθρεύσης αιφνιδίως, ωσάν την άκαρπον συκήν, αλλ' ως εύσπλαγχνος που είσαι, Χριστέ, δείξε μεγάλην συμπάθειαν εις εμέ, που κραυγάζω με φόβον: Ας προσέξωμεν μήπως μείνωμεν έξω από την αίθουσαν των γάμων του Χριστού (δηλαδή από τον Παράδεισον).
(Ερμηνεία Επιφανίου Ι. Θεοδωρόπουλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου